συνεδρεία


συνεδρεία
συν-εδρεία, , Beratschlagung

Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • συνεδρεία — συνεδρείᾱ , συνεδρεία sitting as fem nom/voc/acc dual συνεδρείᾱ , συνεδρεία sitting as fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συνεδρείᾳ — συνεδρείᾱͅ , συνεδρεία sitting as fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συνεδρεία — η, ΝΑ [συνεδρεύω] συνεδρία …   Dictionary of Greek

  • συνεδρείας — συνεδρείᾱς , συνεδρεία sitting as fem acc pl συνεδρείᾱς , συνεδρεία sitting as fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συνεδρείαν — συνεδρείᾱν , συνεδρεία sitting as fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συνεδρία — η, ΝΑ, και συνέδρα Α [σύνεδρος] συνέδριο, συνεδρίαση, σύσκεψη αρχ. 1. συντροφιά, παρέα φίλων («ἡ μετὰ τῶν φίλων συνεδρεία», Πολ.) 2. το να κατέχει κανείς το αξίωμα τού συνέδρου 3. (για πτηνά) συναγελασμός 4. (ειδικά) η συνεδρίαση τής Ρωμαϊκής… …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.